Θέλετε ο άνδρας να είναι:

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

ΨΗΦΙΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ζ

ΠΡΩΤΑ ΑΠ 'ΟΛΑ ΖΗΤΩ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ.δΕΥΤΕΡΟΝ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΩΛΥΜΑΤΟΣ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΥΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΕΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ. ΕΤΣΙ Η ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΘΑ ΔΙΑΡΚΕΣΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΗΜΕΡΕΣ. Ο ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΙΣ 4 ΙΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΘΑ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥΣ.
THN ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΦΟΡΑ ΔΙΑΛΕΞΑΤΕ Ο ΑΝΔΡΑΣ ΝΑ ΚΡΑΤΑ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟ Ή ΚΙΝΗΤΟ.


Όσο η ζαλάδα υποχωρούσε και άρχισα να συνειδητοποιώ την κατάστασή μου (βοηθούσε κι ένα αφόρητο μούδιασμα που πλημμύριζε τα μέλη μου) παρατηρούσα τον άνδρα απέναντί μου. Ήταν ολοκληρωτικά βυθισμένος στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Από το εξώφυλλο κατάλαβα σχεδόν αμέσως ότι επρόκειτο για κείνο το περίεργο μυθιστόρημα που είχα στα χέρια μου λίγη ώρα πριν (λίγη; δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει από την στιγμή που βρέθηκα σε εκείνη την αξιοθρήνητη κατάσταση, ίσως μια ώρα, ίσως μισή μέρα, πάντως παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της φλόγας του κεριού το σκοτάδι έμοιαζε βαθύτερο τώρα, πράγμα που έδειχνε ότι είχε πια νυχτώσει).

-Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα; φώναξα απότομα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να φωνάξω, αλλά μάλλον δεν μπόρεσα να ελέγξω την ένταση της φωνής μου με αποτέλεσμα ο άντρας απέναντί μου να τιναχθεί ξαφνικά πό την καρέκλα σαν ελατήριο αφήνοντας το βιβλίο να του πέσει από τα χέρια πάνω στο τραπέζι. Τώρα το πρόσωπό του φαίνονταν καλύτερα. Έμοιαζε γύρω στα τριάντα και φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά με μεγάλους φακούς και χοντρό παλιομοδίτικο σκελετό από ταρταρούγα. Τα καστανά μαλλιά του, χτενισμένα με μεγάλη επιμέλεια έτσι που να αφήνουν μια πολύ επιτηδευμένα ολόισια χωρίστρα στην αριστερή μεριά του κεφαλιού, γυάλιζαν στο φως του κεριού από την μπριγιαντίνη. Ο άνθρωπος φαινόταν βγαλμένος από άλλες εποχές.

-Άι στο καλό, με τρόμαξες! μουρμούρισε ανακουφισμένος και σε πολύ φιλικό ύφος όταν κατάλαβε ότι εγώ του μίλησα.
-Λύσε με γρήγορα, του φώναξα, εκούσια αυτήν την φορά. Αφήστε με ήσυχο! Ποιοι είστε και τι θέλετε από μένα;
Ο άλλος φάνηκε να παραξανεύεται. Έδειχνε να τα έχει χάσει.
-Τι με κοιτάς έτσι σαν αξιοθέατο; συνέχισα τις διαμαρτυρίες. Λύσε με γρήγορα!
Εκείνος πήρε στα χέρια του το κηροπήγιο κι έσκυψε μπροστά μου. Εξέταζε με τα μάτια του όλες τις λεπτομέρειες του προσώπου μου σαν να προσπαθούσε να βρει σε αυτές κάποια απάντηση σε ερωτήματα που ντρεπόταν να θέσει. Μέσα στο σκοτάδι που έσπαγε από το φως του κεριού τα μάτια του πίσω από τους χοντρους φακούς των γυαλιών του εξέπεμπαν μια αθωότητα που δύσκολα θα πίστευα ότι δεν ήταν ειλικρινής. Κάθησε και πάλι στην καρέκλα του και άφησε το κηροπήγιο ξανά στο τραπέζι.
-Νομίζω πως η Μάγια έχει δίκαιο, αποφάνθηκε τελικά με έναν τρόπο σαν να απήγγειλε κάποιον αποφθεγματικό στίχο του Ομήρου. Μάλλον είσαι κι εσύ στην ίδια θέση με εμάς. Κάποιος σε οδήγησε εδώ.
-Τι θες να πεις; τον ρώτησα καθώς προσπαθούσα μάταια να κουνήσω λίγο τα χέρια και τα πόδια μου για να ξεμουδιάσω.
-Να, όταν καταλάβαμε ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι νομίσαμε ότι ήταν αυτός που μας ήθελε εδώ. Η Μάγια ήρθε να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση και μου είπε πως αν περάσουν δέκα λεπτά χωρίς να επιστρέψει ή να με φωνάξει μπορούσα να επέμβω με όποιον τρόπο ήθελα. Κι εγώ όρμηξα και σε έριξα καταγής με αναισθητικό. Η Μάγια έλεγε ότι είσαι κι εσύ σαν εμάς αλλά εγώ καλού κακού σε έδεσα. Εσύ τι θα έκανες στην θέση μου;
-Λύσε με αμέσως!

Η διαταγή μου εκτελέστηκε αμέσως. Δυσκολέυτηκε λίγο να λύσει εκείνους τοτς προσκοπικούς κόμπους που είχε δέσει, αλλά του είπα ότι στην τσέπη μου υπάρχει ένας σουγιάς (μέσα στον πανικό του δεν σκέφτηκε ούτε καν να με ψάξει) κι έτσι η δουλειά έγινε γρήγορα. Αφού με έλυσε τεντωνόμουν και ξανατεντωνόμουν μέχρι να ξεμουδιάσω.
-Και πού το βρήκες το αναισθητικό; τον ρώτησα όταν αισθάνθηκα καλύτερα.
-Α! έκανε ανοίγοντας τα χέρια του σε μια αμφίσημη αγκαλιά. Πρέπει να δεις την αποθήκη! Είναι απίστευτο το τι μπορείς να βρεις εκεί μέσα! Λίγο αναισθητικό στο μαντήλι ήταν η πιο απλή λύση.
-Ώστε υπάρχει και αποθήκη; Πολύ περίεργα συμβαίνουν εδώ. Η Μάγια που βρίσκεται;
-Είναι κουρασμένη, κοιμάται, μου απάντησε. Αλλά είμαι πολύ περίεργος να ακούσω το πώς βρέθηκες εδώ.
-Πολύ ευχαρίστως, είπα, αλλά αφού πρώτα ακούσω την δική σου ιστορία.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟ ΟΤΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΘΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΩΡΕΣ, ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΘΑ ΤΗΝ ΕΧΕΤΕ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ ΣΑΣ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ Η ΤΟ ΒΡΑΔΑΚΙ.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

ΨΗΦΙΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ F

Παρασκευή = συνέχεια = ψηφοφορία.
Ψηφίσατε στο σπίτι να υπάρχει και τρίτο άτομο.
Και η επιθυμία σας διαταγή!

Μήπως ο χρόνος που μεσολάβησε με κάνει να θυμάμαι τα γεγονότα εκείνα με στρογγυλεμένες τις γωνίες, χωρίς την λανθάνουσα ένταση των στιγμών, χωρίς την νευρικότητα που είχε διεισδύσει σε κάθε μόριο της ψυχής μου, χωρίς την βαριά εκείνη ατμόσφαιρα του ημισκότεινου δωματίου που ένιωθα να με πνίγει σαν φονική κουβέρτα, χωρίς την αγωνία που φώλιαζε μέσα μου και –πάνω απ’ όλα- χωρίς τον σταθερά κλιμακούμενο φόβο που με αγκάλιαζε κάθε φορά που ανακάλυπτα την απάθεια, την αδιαφορία και την αφέλεια εκείνης της μεσόκοπης ανάπηρης γυναίκας; Ίσως. Πάντως κανείς άλλος από τους ευρισκόμενους τότε μέσα σε εκείνο το διώροφο σπίτι δεν επέζησε τελικά για να διηγηθεί τα ίδια γεγονότα από μια άλλη σκοπιά, με περισσότερες λεπτομέρεις ίσως ή με μια δόση ψύχραιμα αποτιμητικής διάθεσης.

Όταν ρώτησα την γυναίκα ποιος την οδήγησε μέσα σε αυτό το σπίτι εκείνη περιορίστηκε σε ένα βουβό σούφρωμα των χειλιών ανάγκάζοντάς με να επαναλάβω πιεστικότερα αυτήν την φορά το ίδιο ερώτημα για να εισπράξω και πάλι ως απάντηση ένα αόριστο νεύμα σχετλιασμού. Την ρώτησα για τρίτη φορά κι εκείνη επιτέλους άρχισε να μου διηγείται την ιστορία της αργά και με μεγάλες παύσεις κοιτώντας κάπου στα δεξιά της σαν να απευθύνονταν σε ένα αόρατο κοινό ή σε κάποια μυστική κάμερα, λες και η διήγησή της αποτελούσε την μαρτυρία στοιχειοθέτησης ενός φανταστικού ντοκυμαντέρ. Μου είπε ότι δέκα μέρες πριν από την συνάντησή μας μια από τις νοσοκόμες του ιδρύματος στο οποίο η Μάγια (αυτό μου έδωσε σαν όνομά της) ζούσε ως τρόφιμος την πήρε για τον καθιερωμένο περίπατό της στο προαύλιο, αλλά αντί ως συνήθως να αρκεστεί σε μια βόλτα στον κήπο την έβγαλε έξω από τον χώρο του ιδρύματος σύμφωνα με τις διαταγές του Διευθυντή, όπως ισχυρίστηκε, για να την οδηγήσει κάπου, όπου, όπως και πάλι η νοσοκόμα ισχυρίστηκε, θα έκανε κάποιες εξειδικευμένες εξετάσεις. Τελικά την οδήγησε και την κλείδωσε μέσα σε αυτό το σπίτι. Πέρασε δέκα μέρες τρώγοντας τις κονσέρβες που βρήκε στην κουζίνα. Όσο για τις άλλες ανάγκες της, μου διηγήθηκε λεπτομερειακά τον τρόπο με τον οποίο κατάφερνε να μεταφερεθεί από την καρέκλα της στην λεκάνη της τουαλέττας και πάλι πίσω στην καρέκλα με την δύναμη των χεριών της. Προσφέρθηκε μάλιστα να μου κάνει επίδειξη αυτής της δεξιοτεχνίας της, αλλά εγώ αρνήθηκα. Φυσικά δεν πίστεψα λέξη από τα όσα μου είπε. Εντόπιζα πολλά κενά. Τώρα βέβαια δεν μπορώ παρά να ομολογήσω πως αυτό ήταν ένα ακόμη από τα λάθη που διέπραξα κατά την διάρκεια όλης αυτής της αλλόκοτης ιστορίας.

-Μα η πόρτα του σπιτιού δεν είναι κλειδωμένη, παρατήρησα μόλις τέλειωσε αυτό που τότε αποκαλούσα μέσα μου «το παραμύθι της». Αλλιώς δεν θα μπορούσα να μπω.
Με κοίταξε με απορία σαν να έβγαιναν από το στόμα μου λέξεις στα κινέζικα.
-Και πού βρίσκεται αυτό το ίδρυμα; ρώτησα μάλλον για να ξεπεραστεί η αμηχανία της.
-Όχι πολύ μακρυά από δω, απάντησε τεντώνοντας το χέρι της για να δείξει μια κατεύθυνση που προφανώς έκρυβαν οι τοίχοι του σπιτιού.
Δεν τόλμησα να ρωτήσω τι είδους ίδρυμα ήταν αυτό. Εξ άλλου, επαναλαμβάνω, δεν είχα πιστέψει λέξη από την ιστορία της. Διατηρούσα αμφιβολίες ακόμη και για το αν επρόκειτο πράγματι για ανάπηρη.
-Θέλω να δω την κουζίνα, διέταξα περισσότερο για να επιβληθώ στον εαυτό μου παρά σε εκείνην.
Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της σε μια ένδειξη πρόωρης παραίτησης.
-Όπως αγαπάς νεαρέ μου, ψιθύρισε και αμέσως έκανε μεταβολή με την καρέκλα της. Ακολούθησέ με!

Αλλά δεν πρόλαβα να υπακούσω. Βήματα ακούστηκαν στον σκοτεινό διάδρομο που έτριζε κάτω από τα πόδια μιας φιγούρας που έδειχνε να πλησιάζει. Το χέρι μου βυθίστηκε ενστικτωδώς μέσα στην τσέπη μου αγγίζοντας τον σουγιά. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβη. Δεν πόνεσα. Δεν είδα κάποιον να μου επιτίθεται. Δεν άκουσα την Μάγια να φωνάζει. Δεν κατάλαβα πώς η φιγούρα που έπρεπε να είναι μπροστά μου βρέθηκε ξαφνικά πίσω μου. Ένιωσα μόνο την ανάσα μου να σταματά. Και μετά –άγνωστο πόσο χρόνο μετά- ξύπνησα δεμένος σε μια καρέκλα, στην μοναδική καρέκλα του δωματίου, του ίδιου δωματίου με την βιβλιοθήκη, το τραπέζι και το κερί. Μόνο που το κερί τώρα ήταν αναμμένο. Μόνο που η Μάγια τώρα ήταν άφαντη. Μόνο που η καρέκλα δεν ήταν πια η μοναδική του δωματίου. Απέναντί μου το κερί φώτιζε το πρόσωπο ενός καστανού άντρα καθισμένου σε μια καρέκλα στην αντικρυνή πλευρά του τραπεζιού.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

ΨΗΦΙΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ε'

Πέμπτη Παρασκευή και πέμπτη συνέχεια. Είχατε να αποφασίσετe αν η ανάπηρη θα είχε βάλει τον γέρο να φέρει τον Ναμπούκο ή δεν θα ήξερε τίποτε περί αυτού ή αν θα την είχαν φέρει κι αυτήν εδώ. Αυτές οι δύο τελευταίες επιλογές ισοψήφισαν. Άρα και δεν ξέρει περί του γέρου και την έφεραν εδώ.


Χρειάστηκε να με πλησιάσει αρκετά για να καταλάβω την διακριτική παρουσία της. Έτσι όπως κρατούσα το βιβλίο στα χέρια μου γύρισα απλώς το κεφάλι μου χωρίς να στρέψω και το σώμα μου μαζί. Μαλλί βαμμένο κόκκινο –αποτυχημένο βάψιμο και αποτυχημένη περμανάντ- πάνω σε ένα μάλλον μικρό κεφάλι που στηριζόταν με την σειρά του σε ένα λαιμό γεμάτο ζάρες. Από κει και κάτω το χάος. Το σώμα χάνονταν μέσα σε φαρδιά και μαύρα μακρυά σαν ράσα ρούχα έτσι που δεν μπορούσα ούτε το σχήμα του ούτε το μέγεθός του να μαντέψω. Μόνο δυο παλάμες εξείχαν από τα μανίκια ακουμπισμένες πάνω στα μπράτσα της αναπηρικής καρέκλας, σαν παρατημένες και ξεκομμένες από το υπόλοιπο σύνολο ή τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα σαν να ανήκαν περισσότερο στην καρέκλα και λιγότερο στο σώμα της, αυτήν την εντύπωση είχα σχηματίσει τότε. Δέχθηκα το βλέμμα της σαν ένα είδος μαγικού χτυπήματος, γιατί με πόνεσε, αυτή είναι η αλήθεια. Με τα μικρά και υγρά μάτια της, με τα λεπτοκαμωμένα χείλη της τα πασαλειμμένα άτεχνα φτηνό κοκκινάδι και με μια ολύμπια ηρεμία που την περιέβαλλε σαν αύρα. Με πόνεσε μια θλίψη που μπορούσα να δω κάτω από όλα αυτά.


- Α και ι, είπε.
Όχι άλφα και ιώτα. Α και ι . Έτσι όπως αυτά ακούγονται.
-Ε;
-Α και ι ξανάπε ήρεμα, σαν η παρουσία μου εκεί να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Το βιβλίο που κρατάτε, κύριε, Η ΣΟΥΛΑΜΙΤΙΣ, το ποίημα στην αρχή είναι ένα παιχνίδι με α και ι. Μη μου πείτε ότι δεν το καταλάβατε! Α και ι.
-Τι;
-Είναι οφθαλμοφανέστατο. Όλες οι λήγουσες των στίχων είναι ι. Και όλες οι παραλήγουσες α. Και μάλιστα α με τόνο. Δεν είναι τυχαίο. Εκείνος γεννημένος την ημερομηνία γεννήσεως του Τζων Λένον. Εκείνη γεννημένη την ημερομηνία γεννήσως του Μότσαρτ. Εκείνου το όνομα αρχίζει από Ι. Εκείνης το όνομα αρχίζει από Α.
-Και;
-Δεν έχει και. Διαβάστε το βιβλίο.
-Εσείς το διαβάσατε;
-Φυσικά. Πώς αλλιώς να περάσει ο καιρός εδώ μέσα; Αλλά τι καλά τώρα που ήρθατε! Βαρέθηκα εδώ μέσα μόνη.



Την κοίταξα βέβαιος ότι επρόκειτο για τρελλή. Ήδη είχα πλάσει το σενάριο στο μυαλό μου: μια τρελλή γεροντοκόρη με ψυχολογικά προβλήματα επιτεταμένα από τον χρόνιο εγκλεισμό της σε αυτό το ημισκότεινο αρχοντικό και με τον ξεκούτη ετοιμόρροπο γερο – πατέρα της για συνεργάτη αποφασίζει να αμβλύνει την ανία της σκαρώνοντας φάρσες σε διάφορους αγνώστους. Μόνο που στην περίπτωσή μου έπρεπε να προσθέσω το λεωφορείο που έχασα και τα επιπλέον χρήματα που θα είχα τώρα να πληρώσω στο ξενοδοχείο μιας και θα έπρεπε να είχα ξεχρεώσει το δωμάτιο εδώ και μια ώρα.
-Σας παρακαλώ να μου πείτε μόνο από πού μάθατε για το παρατσούκλι μου, είπα κλείνοντας το βιβλίο απότομα. Ήταν ανόητο να με κουβαλήσετε μέχρι εδώ χρησιμοποιώντας το!
Αντί για άλλη απάντηση η μεσόκοπη γυναίκα έγειρε το κεφάλι της πάνω στο ερεισίνωτο της καρέκλας της καθώς παρέδιδε τον εαυτό της σε έναν καταρράκτη τρανταχτού γέλιου.
-Κοίτα να δεις, μονολόγησε με την βραχνή φωνή της αφού ηρέμησε κάπως, κοίτα να δεις που νομίζει ότι εγώ τον κουβάλησα εδώ! Ωραίο αστείο, δεν βρίσκετε;
-Σε εμένα μιλάτε; την ρώτησα με τα πρώτα σημάδια θυμού στο χρώμα της φωνής μου.
-Σσσς! έκανε εκείνη με την αιώνια ακίνητη παλάμη της να ξεκολλάει επιτέλους από το μπράτσο της καρέκλας για να επιτρέψει στο δάχτυλο μια χαρακτηριστική κίνηση πάνω στα σουφρωμένα χείλη της. Κάντε ησυχία! Μη με ταράζετε! Με κατατρύχουν ακόμη αυτοί οι φριχτοί πονοκέφαλοι! Κι ούτε μια ασπιρίνη εδώ μέσα, μόνο κονσέρβες.
Κατόπιν αναστέναξε θλιμμένα και πρόσθεσε με εκείνο το αφόρητα αφελές στυλ της:
-Να, ξέρετε, μπορεί τελικά να μην είναι και τόσο αστείο. Δηλαδή το όλο πράγμα έχει και μια πλευρά τραγική. Με έφεραν εδώ για να συναντηθώ με κάποιον. Περίμενα μέρες και όταν σας είδα σκέφτηκα: «επιτέλους ! θα μάθω τι γυρεύουν». Αλλά, πώς να σας το πω, μου δίνετε την εντύπωση πως κάτι παρόμοιο συνέβη και σε εσάς. Ή μήπως κάνω λάθος;

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

ΨΗΦΙΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Δ'

Όπως κάθε Παρασκευή, πιστός στο ραντεβού και σήμερα, ανεβάζω την συνέχεια με την αντίστοιχη ψηφοφορία. Στην προηγούμενη ψηφοφορία προτιμήσατε την ξύλινη πόρτα ανοιχτή και όχι κλειδωμένη.
Οχι πως περίμενα να βρω κουδούνι ψηλαφίζοντας τα μέρη του τοίχου γύρω από την πόρτα (τα μάτια μου τα εμπιστευόμουν ακόμη τότε), απλώς κινήθηκα με κάποιο αντανακλαστικό βαθιά ριζωμένο μέσα μου από χρόνια τυποποιημένων συμπεριφορών. Και να που τελικά κουδούνι δεν χρειάστηκε. Το χέρι μου γλίστρησε απαλά και σίγουρα πάνω στο σφαιρικό ρόπτρο, το αγκάλιασε με την παλάμη να γεμίζει από τον όγκο του και έσπρωξε την πόρτα, που άφησε καθώς υποχωρούσε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο βγαλμένο θαρρείς όχι από τους σκουριασμένους μεντεσέδες της, αλλά από τα σωθικά της. Ένα καλοδεχούμενο κύμα δροσιάς χάιδεψε το πρόσωπό μου καθώς τόλμησα δυο τρία βήματα μπροστά. Έσπρωξα την πόρτα πίσω μου κι εκείνη μου ανταπέδωσε το ίδιο αγενώς με το τρίξιμό της. Βρέθηκα σε έναν ημισκότεινο στενόμακρο διάδρομο με σανιδένιο δάπεδο που έτριζε σε κάθε κίνησή μου. Φαίνεται πως εκεί μέσα τα πάντα έτριζαν. Δεν μπορούσα να διακρίνω το χρώμα των τοίχων και το απαλό φως που απλώς μου επέτρεπε να ξεχωρίζω τα περιγράμματα κάποιων κάδρων κι ενός επίπλου που έμοιαζε με μπουφέ στην αριστερή μεριά του διαδρόμου, έδειχνε να έρχεται από κάποιο παράθυρο ίσια μπροστά. Όλα αυτά τα θυμάμαι γιατί μου προκάλεσε πολύ μεγάλη έκπληξη το όλο σκηνικό. Κύρια πόρτα σπιτιού που να οδηγεί απευθείας σε διάδρομο δεν είχα ξαναδιαβεί. Φυσικά εκείνη την στιγμή δεν ήξερα ούτε και φανταζόμουν ούτε και με απασχολούσε αυτό που θα ανακάλυπτα αργότερα, ότι δηλαδή η κύρια είσοδος του σπιτιού ήταν άλλη. Αλλά αυτά δεν έχουν και τόση σημασία, αν μου επιτρέπεται να κρίνω ex post. Πάντως είτε επειδή τα μάτια μου συνήλθαν από το πρώτο σοκ του απότομου σκοταδιού είτε επειδή με μερικά ακόμη βήματά μου -που έβαζαν τα τριξίματα του πατώματος σε μια ιδιότυπη άμιλλα με τους σφυγμούς της καρδιάς μου- βρέθηκα ακόμη πιο κοντά στην πηγή του αμυδρού εκείνου φωτός (η οποία πράγματι ήταν παράθυρο), μπόρεσα επιτέλους να διακρίνω κάποιες λεπτομέρεις.
********************
Ο διάδρομος τελείωνε σε ένα κούφωμα χωρίς πόρτα που ήταν η είσοδος ενός δωματίου. Από εκείνη την είσοδο ξεκινούσαν άλλοι δυο διάδρομοι, ένας αριστερά κι ένας δεξιά. Τους αγνόησα προτιμώντας την σιγουριά του δωματίου. Το παράθυρο βρίσκονταν ακριβώς απέναντί μου, στον τοίχο που αποτελούσε το φυσικό τέρμα της υποθετικής προέκτασης του διαδρόμου μέσα στο δωμάτιο. Το τρίξιμο του σανιδένιου πατώματος πνιγόταν τώρα κάτω από ένα λεπτό καλοκαιρινό χαλί. Μπορούσα να διακρίνω ακόμη και τα σχέδια του χαλιού γιατί τώρα το φως ήταν αρκετό, αλλά όχι και τόσο όσο θα περίμενε κανείς. Αν κάποιος βρισκόταν αποβαρδίς στο σπίτι και ξυπνούσε σε αυτό το δωμάτιο θα νόμιζε ότι έξω έχει συννεφιά. Λες και το σκοτάδι είχε ριζώσει εκεί μέσα. Κατά τα άλλα το δωμάτιο έμοιαζε με αναγνωστήριο. Περίεργο να υπάρχει τόσο σκοτάδι εκεί που το φως χρειάζεται όσο πουθενά αλλού. Στο κέντρο του δωματίου δέσποζε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι με λιονταρίσια πόδια, το δίχως άλλο πολύτιμη αντίκα. Μια καρέκλα με την πλάτη γυρισμένη στο παράθυρο (φαίνονταν και το μπαλκόνι τώρα και η πρασινομαβιά κουρτίνα της μπουκαμβίλλιας που μάλλον δεν ήταν μόνο μία ρίζα – να γιατί τόσο λίγο φως) κι ένα κηροπήγιο πάνω στο τραπέζι με το κερί μέσα του άθικτο ήταν όλος κι όλος ο εξοπλισμός του δωματίου. Όποιος ζούσε εδώ μέσα μισούσε σίγουρα το φως. Για ηλεκτρισμό ούτε κουβέντα. Δεν έβλεπα πουθενά διακόπτες ή πρίζες. Α παραλίγο να ξεχάσω το πιο σημαντικό! Την βιβλιοθήκη! Όλα θα ήταν αλλιώς αν δεν υπήρχε η βιβλιοθήκη. Δυο ράφια δηλαδή που έπιαναν απ’ άκρη σ’ άκρη το καθένα κι από έναν τοίχο εκατέρωθεν της εισόδου. Τον αριστερό το ένα, τον δεξιό το άλλο.
******************
Ξέρω ότι είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό, αλλά κανένα από τα γεγονότα που μέχρι τώρα διηγήθηκα δεν θα τα συγκρατούσε η μνήμη μου αν δεν υπήρχε εκείνη η βιβλιοθήκη. Μικρή. Ασήμαντη σε μέγεθος. Η δική μου ήδη από τότε μετρούσε χιλιάδες τόμων. Εκείνη μόνο μερικές εκατοντάδες. Και μόνο λογοτεχνία. Μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Το κατάλαβα αμέσως μόλις πλησίασα το ράφι στα δεξιά και άρχισα να παρατηρώ τους τίτλους στις ράχες των βιβλίων προσπαθώντας να διακρίνω τα γράμματα μέσα στον ελλιπή φωτισμό. Μόνο όποιος δεν έχει ιδέα από την μυστική δύναμη των βιβλίων, μόνο όποιος δεν συγκινήθηκε ποτέ ανακαλύπτοντας κάποιον παλιό τόμο καταχωνιασμένο κάπου στο πατάρι του σπιτιού του ή στα υπόγεια ενός παρακμιακού βιβλιοπωλείου, μόνο όποιος δεν ξεχάστηκε ώρες ατελείωτες περιδιαβαίνοντας τα ράφια κάποιας δημοτικής βιβλιοθήκης είτε για να βρει ένα μικρό τευχίδιο σφηνωμένο ανάμεσα σε χοντρά λεξικά χωρίς να καταδεχθεί να ζητήσει βοήθεια από τις καρτέλλες αρχειοθέτησης ή το κομπιούτερ του βιβλιοθηκάριου είτε για να καμαρώσει ανάμεσα σε άλλες νεότερες και σύγχρονες ή παλαιοτερες και σπάνιες συλλεκτικές εκδόσεις κάποια κομμάτια (με τον όρο δεν εννοώ κατ’ ανάγκην βιβλία με συλλεκτική αξία αλλά κάθε είδους βιβλιοδετημένο έντυπο που έχει κάποια σημασία για τον ιδιοκτήτη και μόνο- μπορεί να πρόκειται απλώς για κάποιο μυθιστόρημα που τον έκανε να κλάψει ή για ένα επιστημονικό σύγγραμμα που του άλλαξε την κοσμοθεωρία ή για τους τόμους της πρώτης του εγκυκλοπαίδειας που του έκαναν δώρο οι γονείς του κι εκείνος πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας τα λήμματα στην σειρά και ανακαλύπτοντας από την μια σελίδα στην επόμενη τα τροπικά δάση όπου παράγεται ο ΕΒΕΝΟΣ πλάι στην απόμακρη βουνοκορφή του ΕΒΕΡΕΣΤ) για να καμαρώσει λέω αυτά τα κομμάτια που έχει κι ο ίδιος στο σπίτι του σε μια άλλη βιβλιοθήκη δημόσια και μεγαλη, όποιος δεν παράτεινε την πρώτη του επίσκεψη σε κάποιο φιλικό σπίτι για να ψαχουλέψει λίγο την βιβλιοθήκη του νοικοκύρη, αυτός δεν θα καταλάβει ποτέ γιατί αμέσως μόλις έπεσα πάνω σε αυτήν την τόσο μικρή βιβλιοθήκη ξέχασα και την αγωνία μου και τον φόβο μου και αισθάνθηκα σαν ο λόγος που βρέθηκα εκεί να ήταν εξ αρχής αυτή η βιβλιοθήκη.
**********
Κι έτσι όπως άρχισα να ψαχουλεύω τα βιβλία στο δεξί ράφι ο πρώτος τίτλος πάνω στον οποίο έπεσα ήταν «Ο Ρινόκερως» του Ιονέσκο. Καλούτσικη έκδοση, αλλά εγώ το είχα σε καλύτερη. Υπήρχαν πράγματι πολλά θεατρικά εκεί. Από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη βρήκα σε καινούργιες εκδόσεις με κείμενο, μετάφραση και κριτικό υπόμνημα τους Όρνιθες, τους Βατράχους και τους Σφήκες πλάι σε μια μέτρια έκδοση ενός άλλου θεατρικού έργου για το οποίο μέχρι εκείνη την στιγμή δεν ήξερα τίποτε: «Μεταφυσική του μοσχαριού με τα δυο κεφάλια» του Βιτκιέβιτς Στάνισλαβ. Ήρκεσε μόνο αυτός ο αστείος τίτλος για να καταλάβω αίφνης τις δύο βασικές βιβλιοθηκονομικές αρχές του ραφιού: πρώτον, εδώ πόζαραν βιβλία μόνο λογοτεχνικά και δεύτερον βιβλία που στον τίτλο τους υπήρχε κάποιο ζώο. Και οι δύο αρχές συνέτρεχαν σωρευτικά. Το τονίζω αυτό: δεν είχε σημασία αν η υπόθεση εκτυλισσόταν γύρω από κάποιο ζώο, ήταν ανάγκη να υπάρχει και στον τίτλο. Ως όνομα είδους, όχι με το κύριο όνομά του. Έτσι, όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα ούτε τον «Μάγκα» της Πηνελόπης Δέλτα, προσφιλές παιδικό μου ανάγνωσμα με τις περιπέτειες ενός σκύλου σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ούτε τον «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ κι ας μιλούσε για το κυνήγι μιας φάλαινας από τον πεισματάρη καπετάνιο ενός πλοίου. Από την άλλη δεν αρκούσε ο τίτλος. Έπρεπε το περιεχόμενο να είναι καθαρά λογοτεχνικό. Κι ας μην είχε καμία σχέση με το ζώο του τίτλου. Έτσι μπορούσες να βρεις την «Φωλιά του κούκου» του Κέσσεϋ Κεν πλάι στο «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Γιάννη Ξανθούλη, αλλά όχι το «Με το βήμα του κάβουρα» ή το «Ο Κάντ και ο ορνιθόρυγχος» του Ουμπέρτο Έκο. Κάθε τίτλος υπήρχε μόνο μια φορά. Δεν επρόκειτο δηλαδή για καμιά εκκεντρική συλλογή εκδόσεων. Ήταν βαλμένα σε σειρά τυχαία, χωρίς κάποια ειδικότερη ταξινόμηση. Έλληνες συγγραφείς πλάι σε ξένους, κλασσικοί δημιουργοί δίπλα σε ασημαντότητες, συλλεκτικές εκδόσεις σιμά σε φτηνοδουλειές. Έργα του ίδιου συγγραφέα μακρυά το ένα από το άλλο. «Οι μύγες» του Σαρτρ , «ο Γλάρος» και «Η αρκούδα» του Τσέχωφ, αντίστοιχα το καθένα δίπλα στο ο «Πίθηκος Ξουθ» του Ιακώβου Πιτσιπίου στην πρώτη έκδοση του 1849, στην «Αγελάδα» του Ναζίμ Χικμέτ (με σελίδες ακόμη άκοπες) και στα «Μάγια της Πεταλούδας» του Λόρκα. Και όλα αυτά ανάμεσα στο«Κόκκινο Πουλάρι» και στο «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ. «Το θεώρημα του παπαγάλου» του Ντενύ Γκετζ συνόρευε με την «Νυχτερίδα» του Στρατή Τσίρκα. Βιβλιοθηκονομικός σουρρεαλισμός! Είναι απίστευτο που θυμάμαι ακόμη τις θέσεις τόσων βιβλίων! Πριν λίγα χρόνια θυμόμουν περισσότερα. Ας είναι.
********************

Όχι ότι και το δεύτερο ράφι, το αριστερό, δεν μου επιφύλασσε κάποια αντίστοιχη έκπληξη. Αλλά τουλάχιστον είχα αρχίσει να συνηθίζω στις εκπλήξεις. Εκεί λοιπόν ίσχυαν ίδιες οι δύο βιβλιοθηκονομικές αρχές που ήδη είχα ανακαλύψει. Μόνο που αντί για ζώο στους τίτλους έπρεπε να υπάρχει κάποιο γυναικείο όνομα. Έτσι με αυτήν την λογική δυο βιβλία της ίδιας τριλογίας βρίσκονταν βαλμένα το καθένα σε άλλο ράφι. Το λέω αυτό γιατί το μάτι μου έπεσε αμέσως πάνω στην «Αριάγνη» του Τσίρκα. Εδώ παρήλαυναν όλες οι διάσημες γυναίκες, αληθινές ή όχι δεν είχε σημασία, από την εποχή της αρχαιότητας μέχρι σήμερα. Σε αυτήν την ιδιότυπη μάζωξη, που μόνο σε μια βιβλιοθήκη μπορούσε να λάβει χώρα, η «Μίζερι» του Στήβεν Κινγκ συναντούσε την «Ολυμπιάδα», την «Ασπασία», «την Σαπφώ» και την «Φρύνη» της Ντανιέλ Κάλβο Πλατερό, η «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του Τερζάκη την «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, η «Αλεξάνδρα» του Λυκόφρονος την «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ, η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη την «Γέρμα» και την «Δόνα Ροζίτα» του Λόρκα. Εδώ μπορούσες να βρεις όλες εκείνες τις δυστυχισμένες ηρωίδες της αρχαίας τραγωδίας, την «Μήδεια», την «Ανδρομάχη», την «Άλκηστι», την «Εκάβη», την «Ελένη», την «Ιφιγένεια» (και στην Αυλίδα και στην Χώρα των Ταύρων) και την «Ηλέκτρα» του Ευρυπίδη κοντά στην Σοφόκλειο εκδοχή της με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή επίσης, να κλείνει την αυλαία. Εδώ η «Κυρία Ντάλαγουέι» της Βιρτζίνια Γουλφ και το «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι Έντουαρντ αναπαύονταν δίπλα σε μια ολοκαίνουργια έκδοση της «Λωξάντρας» της Μαρίας Ιορδανίδου. Η «Ερωφίλη» του Χορτάτση, η «Νανά» του Εμίλ Ζολά, «Η Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, «Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα» του Ουμπέρτο Έκο, «Η Πολυάννα» της Έλενορ Πόρτερ, «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» του Νταίηβιντ Λώρενς, η «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν, η «Γερτρούδη» του Έρμαν Έσσε, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκωφ και τόσες άλλες κυρίες και δεσποινίδες των μυθιστυορημάτων και του θεάτρου! Όλες μαζί! Σε μια ιδιότυπη λογοτεχνική πασσαρέλα. Τα χέρια μου είχαν μαυρίσει από την σκόνη, ιδίως τα ακροδάχτυλά μου. "Μήδεια" και "Ιεζάβελ" του Ανουίγ και η «Πάμελα» του Κάρλο Γκολντόνι. Αυτά θυμάμαι πριν το δω.
*******************

Και τότε το είδα. Τέρμα στην άκρη, τελευταίο στην σειρά, σχεδόν κρυμμένο. Εξώφυλλο πράσινο σκούρο, δερματόδετο. Γράμματα χρυσά, κεφαλαία: «Η ΣΟΥΛΑΜΙΤΙΣ». Συγγραφέας δεν αναγραφόταν. Περίεργο. Αλλά όχι και το μόνο περίεργο με αυτό το βιβλίο. Ήταν το μόνο στο οποίο είχε επιτραπεί κάποιου είδους επέμβαση. Πράγματι, το σκληρό εξώφυλλο ήταν πρόσθετο. Αλλά και το μέσα εξώφυλλο, το μαλακό, το χαρτονένιο, το αρχικό εξώφυλλο της εκδόσεως δεν ανέφερε τίποτε πέραν του τίτλου με τα ίδια κεφαλαία (μαύρα αυτήν την φορά) γράμματα. Ούτε χρονολογία έκδοσης ούτε εκδοτικός οίκος και φυσικά ούτε συγγραφέας. Άνοιξα στην πρώτη σελίδα. Λευκή. Χαρτί ιλλουστρασιόν. Δεν καταλάβαινα αν το βιβλίο ήταν καινούργιο ή πολύ καλοδιατηρημένο. Στην δεύτερη σελίδα υπήρχε μόνο ένας στίχος:

«Επίστρεφε, επίστρεφε, η Σουλαμίτις»
Άσμα Ασμάτων ζ΄ 1.

Και στην τρίτη σελίδα ένα ολόκληρο ποίημα:

«Καρδούλα μου μονάχη
ποια αγάπη να ‘χει
μέσα σου φωλιάσει;

Πάει καιρός που οι άλλοι
μες σε κάποια ζάλη
σ’ έχουνε ξεχάσει.

Μόνο ρίχνει δάκρυ,
κάπου σε μιαν άκρη
το φτωχό γεράνι.

Κι όταν θα ‘χεις πάψει
ποιος για σε θα κλάψει
πού ‘χει αυτό μαράνει;»

Κι έτσι που ήμουν απορροφημένος και τελειωτικά δοσμένος σε αυτήν μου την ανακάλυψη ούτε που κατάλαβα πώς μπήκε μέσα στο δωμάτιο εκείνη η μεσόκοπη γυναίκα πάνω στην αναπηρική της καρέκλα.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

ΨΗΦΙΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Γ΄

Αγαπητοί μου φίλοι και πάλι Παρασκευή! Ιδού λοιπόν η τρίτη συνέχεια και η τρίτη ψηφοφορία. Στην τελευταία ψηφοφορία οι επισκέπτες είχαν να διαλέξουν για το αν ο γέρος θα οδηγούσε τον Ναμπούκο σε σπίτι, μαγαζί ή αυτοκίνητο. Πλειοψήφησε η προοπτική του σπιτιού.
Tις επόμενες στιγμές τις θυμάμαι σαν μια διαδοχή νωχελικών, αργόσυρτων βημάτων που μεταφράζονταν άλλοτε σε ένα ανατριχιαστικό σούρσιμο πάνω στην στεγνή άσφαλτο και άλλοτε σε ένα μονότονο τρίψιμο πάνω στα χαλίκια που σήκωναν μικρά συννεφάκια σκόνης η οποία κάλυπτε τις λαστιχένιες σαγιονάρες του γέρου με ένα λεπτό φαιό στρώμα κρύβοντας τις μικρές πιτσιλιές του ασβέστη. Τις θυμάμαι σαν μια απεγνωσμένη προσπάθειά μου να κρατώ κάποια απόσταση από τον γέρο για να αποφεύγω την άσχημη οσμή της ιδρωτίλας που απέπνεε το αργοκίνητο κορμί του. Τις θυμάμαι σαν μια σειρά απότομων αλλαγών του τοπίου καθώς το έρημο παραλιακό πεζοδρόμιο με τα μαγαζιά και τις καφετέρειες έδινε την θέση του σε μια απότομη ανηφόρα στην αρχή, μετά σε μια μικρή πλατεΐτσα όπου δυο-τρία ανέμελα πιτσιρίκια μάλωναν γύρω από ένα διαφιλονικούμενο ποδήλατο και στην συνέχεια σε ένα φαρδύ χωματόδρομο με μεγάλα σαν χωράφια, ξέφραγα οικόπεδα στις πλευρές του, γεμάτα ξερά χόρτα και πυκνόφυλλα σκιερά δένδρα. Μα πιο πολύ θυμάμαι αυτές τις στιγμές για την μυστηριώδη –την τρομακτική θα τολμούσα να πω- σιωπή του συνοδού μου. Σαν να ξέχασε αμέσως την ερώτησή μου ή σαν να απέφευγε προκλητικά οποιαδήποτε απάντηση χωρίς κάποια προφανή δικαιολογία. Ή, μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα και νηφάλια, δίχως την απορία και τον απαλό φόβο εκείνων των φοβερών στιγμών και δίχως το βάναυσο σκηνικό που στήνει ένα λιοπύρι στα μέσα του καλοκαιριού, με την σιωπή του εκείνη ο γέρος ήθελε μόνο να μου πει πως τις απαντήσεις θα τις έπαιρνα όταν φτάναμε στον προορισμό μας, όποιος κι αν ήταν αυτός. Και ο προορισμός μας ήταν ο μισός τουλάχιστον καλυμμένος με τα υπέροχα μαβιά άνθη και τα καταπράσινα πυκνά φυλλώματα μιας τεράστιας μπουκαμβίλλιας: ένα πέτρινο διώροφο σπίτι, μόνο του μέσα στην αχανή ερημιά των άδειων οικοπέδων.


Το είδα έτσι ξαφνικά, όπως σήκωσα το κεφάλι μου για να ξεμουδιάσω τον σβέρκο μου. Και αμέσως κατάλαβα ότι εκεί έπρεπε να πάμε, πριν ακόμη ο γέρος τεντώσει το κοκκαλιάρικο χέρι του και με ένα εξ ίσου κοκκαλιάρικο και τρεμάμενο δάχτυλο μου υποδείξει το ανθοσκέπαστο ενδιαίτημα ως οριστικό τέρμα της περίεργης διαδρομής μας. Δύο πράγματα μου έκαναν αμέσως εντύπωση. Το πρώτο, η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε περίφραξης, που ωστόσο δεν εμπόδιζε σε τίποτε την μεγάλη αυλή του σπιτιού να είναι στο έπακρον περιποιημένη, όλη γεμάτη φρεσκοκουρεμένο και φρεσκοποτισμένο γκαζόν που μύριζε όπως μετά την βροχή και με ένα ξύλινο μεγάλο κιόσκι πλάι σε μια πέργκολα στηριγμένη με κάποιον περίεργο τρόπο ο Θεός ήξερε πού και καλυμμένη με μια ακμάζουσα κληματαριά φορτωμένη άγουρα ακόμη τσαμπιά σταφυλιών. Το δεύτερο, ένα πέτρινο μονοπατάκι που χώριζε την αυλή στην μέση κόβοντας το χαλί του γκαζόν στα δυο και οδηγώντας από την άκρη του χωματόδρομου στο κεφαλόσκαλο μιας πέτρινης σκάλας. Η σκάλα ήταν μικρή και στενή και οδηγούσε σε ένα μπαλκόνι που αγκάλιαζε περιμετρικά και τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Φυσικά μισοκρύβονταν κι αυτό από την μεγάλη μπουκαμβίλλια.


Όταν φτάσαμε στην αρχή του μονοπατιού ο γέρος σταμάτησε και με κοίταξε.
-Η δική μου δουλειά τελειώνει εδώ, είπε. Σε περιμένουν μέσα στο σπίτι. Πήγαινε.
Τον κοίταξα με την σειρά μου, αποσβολωμένος, ανέτοιμος για μια τέτοια εξέλιξη. Αν τόση ώρα κοντά του ένιωθα ανασφάλεια τώρα που μου ζητούσε να συνεχίσω μόνος, γινόταν αυτός η μόνη εγγύση ασφάλειας που ξαφνικά έχανα.
-Μα…
-Τι μα; έκανε για πρώτη φορά νευριασμένος σφίγγοντας τις κολλημένες στους μηρούς του γροθιές. Δεν έχει μα.
Κι όταν με είδε αμήχανο και ταραγμένο γλύκανε αμέσως και με ρώτησε χαμογελώντας:
-Φοβάσαι;
Φυσικά και φοβόμουν. Ποιος λογικός άνθρωπος δεν θα φοβόταν στην θέση μου; Αλλά τώρα πια δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω πίσω. Τον δισταγμό μου έσβησε οριστικά μια διαπεραστική ματια μου στην άκρη του χωματόδρομου. Διέκρινα μερικά σπιτάκια σε αρκετή απόσταση για ένα πεζό, σε πολύ λίγη για κάποιον εποχούμενο. Και με μια προσεκτικότερη και παρατηρητικότερη ματιά ξεχώρισα μια γαλανόλευκη σημαία σε κάποιο μακρυνό μπαλκόνι.
-Τι είναι αυτό; ρώτησα τον γέρο δείχνοντας προς τα εκεί.
Αλλά μάταια. Αυτός είχε βυθιστεί ξανά σε μια από εκείνες τις in absentia παρουσίες του και δεν έδειχνε πρόθυμος να επανασυνδεθεί με την πραγματικότητα. Είχα καταλάβει όμως και από μερικές ακόμη ενδείξεις, που τώρα στο μυαλό μου δεν έχουν αφήσει τίποτε πέρα από την ανάμνηση της βεβαιότητας εκείνων των στιγμών, ότι επρόκειτο για αστυνομικό τμήμα. Κι έτσι αναθάρρησα κάπως. Βοήθησε και η σιγουριά που ένιωσα όταν το χέρι μου μέσα στην τσέπη του παντελονιού μου ζήτησε να θυμηθεί την αίσθηση που αφήνει η αφή ενός κοφτερού σουγιά.


-Καλά λοιπόν, είπα φωναχτά στον εαυτό μου μιας και ο γέρος δεν με άκουγε. Πάμε!
Το μονοπάτι το διέσχισα πολύ πιο γρήγορα από όσο περίμενα. Στην σκάλα άργησα κάπως. Φαίνεται πως η φόρα της αρχικής αποφασιστικότητας μετριάστηκε από κάποια παλινδρόμηση του προηγούμενου φόβου. Θες η αίσθηση της απομόνωσης από τον έξω χώρο που δημιουργούσε η λουλούδινη κουρτίνα της μπουκαμβίλλιας, θες η απομάκρυνση από τον γέρο που τώρα πια είχε αράξει κάτω από το κιόσκι στρίβοντας τσιγάρο (γιατί άραγε μου είχε ζητήσει πριν αφού ο ίδιος είχε μαζί του; -παραξενιές) με καθυστέρησαν λίγο από το να ανέβω στο πέτρινο κεφαλόσκαλο. Μα σαν το ανέβηκα ανέβηκα μεμιάς και όλες τις υπόλοιπες σκάλες. Κι έτσι έγινε και βρέθηκα πάνω στο μπαλκόνι, μπροστά σε εκείνη την καφετιά ξύλινη πόρτα με το μπρούντζινο σφαιρικό ρόπτρο.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

ΨΗΦΙΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Β΄


Παρασκευή σήμερα και ανεβάζω την δεύτερη συνέχεια με την αντίστοιχη ψηφοφορία

Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα η υπόθεση έπαιρνε άλλη τροπή. Ο ρακένδυτος γέρος από οχληρός άγνωστος αίφνης μεταμορφώθηκε σε μια αινιγματική φιγούρα, κάτοχος ενός κομματιού της προσωπικής μου ιστορίας. Άκου Ναμπούκο! Πόσα χρόνια είχα να ακούσω κάποιον να με αποκαλεί έτσι; Δέκα, έντεκα; Ούτε που θυμόμουν. Εκείνη την στιγμή νομίζω ήταν που αποφάσισα να ακολουθήσω τον γέρο.
-Λοιπόν, του είπα και του απευθύνθηκα ξανά στον πληθυντικό, φαίνεται πως πραγματικά κάτι θέλετε από μένα.
Τόνισα το «πραγματικά» λίγο παραπάνω για να δώσω έμφαση. Ο γέρος από την μεριά του έστριψε το κεφάλι του προς τα δεξιά αφήνοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό να δραπετεύσει από τα ζαρωμένα και κρυμμένα κάτω από τα παχιά μουστάκια χείλη του.
-Αχ νεαρέ μου, μουρμούρισε παραπονιάρικα, επιτέλους άρχισες να λογικεύεσαι! Δεν ξέρεις πόσο κουραστικό είναι για ένα άτομο της ηλικίας μου να ακολουθεί κατά πόδας βιαστικούς νέους!

Έριξα πάνω του μια ματιά περισσότερο προσεκτική και ίσως κάπως αδιάκριτη. Το γείσο του καπέλου του άφηνε πάνω στα μικρά σαν κουμπότρυπες μάτια του ένα πέπλο σκιάς, έτσι που στεκόταν αδύνανατον να διακρίνεις το χρώμα τους αλλά και το ύφος του προσώπου αυτού του άγνωστου. Φορούσε ένα παλιό τριμμένο καφέ παντελόνι που του έρχονταν κάπως φαρδύ και ένα ζευγάρι καφέ λαστιχένιες σαγιονάρες, από αυτές που συνηθίζονται στην ελληνική επαρχία. Πάνω τους μπορούσες εύκολα να αναγνωρίσεις μικρές άσπρες κηλίδες από ασβέστη ενώ με αηδία διαπίστωνα πως το μεγάλο νύχι του αριστερού ποδιού (προσπαθώ να θυμηθώ -του αριστερού δεν ήταν;- ναι του αριστερού, τώρα που το σκέφτομαι το αριστερό του πόδι ήταν προς την μεριά της θάλασσας) εξείχε προκλητικά από το πρόσθιο άνοιγμα της σαγιονάρας ολοκληρώνοντας την εικόνα μια γκροτέσκας φιγούρας που ήδη είχα σχηματίσει για τον γέρο μπροστά μου.

-Πώς λέγεστε εσείς κύριε; τον ρώτησα με μια ευγένεια τόσο προσποιητή που φοβήθηκα μήπως εκ μέρους του εκληφθεί ως ειρωνεία.
Αλλά εκείνος έδειχνε να μη με προσέχει. Κοίταζε προς εμένα, αλλά όχι εμένα. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε, αλλά αισθανόμουν σαν να κοίταζε μέσα από εμένα, θαρρείς και με αντιμετώπιζε σαν μια διαφανή κουρτίνα. Στέκονταν ακίνητος, μαρμαρωμένος, σχεδόν δεν ανέπνεε. Σαν η ψυχή του να είχε βίαια εγκαταλείψει το γέρικο σώμα του κι εκείνο να έμεινε έτσι όρθιο από κάποιου είδους κεκτημένη ταχύτητα. Μπορεί να μην έβλεπα τα μάτια του αλλά μάντευα ένα ύφος χαμένο, κάπως υπερβατικό και εκστασιαμένο. Πολύ αργότερα μόνο θα καταλάβαινα ότι αυτές τις «in absentia παρουσίες» όπως τελικά ονόμασα τις περίεργες εκείνες αυτοϋπνώσεις του έπρεπε να τις συνηθίσω και να τις αντιμετωπίζω με υπομονή και συγκατάβαση.

-Μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο; με ρώτησε απότομα κατά την «επαναφορά» του.
Είχε σκύψει προς το μέρος μου έτσι συνωμοτικά όπως έκανε στην καφετέρεια πριν από μερικά λεπτά. Αλλά τώρα το πρόσωπό του στόλιζε ένα πρόστυχο χαμόγελο γεμάτο υπονοούμενα τα οποία μου άφηνε να εννοήσω πως έπρεπε ήδη να έχω κατλάβει. Λες και δεν μου ζητούσε τσιγάρο ή κάτι άλλο ή λες και η λέξη «τσιγάρο» ήταν κάποιο προσυμπεφωνημένο σύνθημα Αλλά και πάλι όλα αυτά μπορεί να ήταν απλώς και μόνο δικές μου παρατανυσμένες ερμηνείες.
- Ό..όχι δεν έχω, τραύλισα αμήχανα μάλλον αιφνιδιασμένος. Δεν καπνίζω, συμπλήρωσα απότομα.
-Ωραία, απάντησε ξεφυσώντας κάπως απογοητευμένος, και μετά έπιασε με τα χέρια την μέση του και τεντώθηκε προς τα πίσω αφήνοντας ένα επιφώνημα ανακούφισης. Λοιπόν, πάμε; πρόσθεσε σε τόνο προτρεπτικό.
Ένευσα καταφατικά αποφεύγοντας να δώσω μια απάντηση ρητή. Περισσότερο για να διατηρήσω την ψευδαίσθηση πως στον γέρο δεν είχα ακόμη παραχωρήσει καμιά εξουσία πάνω μου. Αλλά τελικά μίλησα:
-Όμως δεν μου είπατε ούτε πώς σας λένε ούτε από πού μάθατε για το παρατσούκλι μου.
-Α ναι! έκανε ξαφνιασμένος.
Και την ίδια στιγμή μου έκανε νόημα πως έπρεπε να περάσουμε απέναντι, προς το πεζοδρόμιο με τις καφετέρειες και τα μαγαζιά.